ruban_blue.04 varelas.02 paris_studio.04 choraface.01 herme_event.04 ensiie.004 ef.02 paris_2005.02 japanese_gardens.02 Faliro 01 paros_house.01 cretan_food.02 kordakis.01 taichung.05 Chefs2-2011-6 general_electric_offices.03 L'architecture-de-votre-région-Ile-de-france-N°230_Mail_02 paros_fashion_04 dahlmanns.04 connery.04 lobb.06 venice.002 athens.002 boxers.07 maison_francaise.01 santorini.002 farmers.02 ksilina_spathia.01 villandry.07 taipei.03 kalfayan.01 Kardassis 01 athens_loft.05 HOPE_POSTER_A0_GR MODE_ATHENES-1 mode_paris_01 DIDOUDAMOUR-POCHETTE filion.04 symbiosis.03 bubbles_bar.01 t_palace.02 koutali.02 abir_nasraoui.01 gavras.01 barbier.02 kea_house.01 chania.002 red_window_house.003 alaia_apartments.02 elle_interior.03 Santorini moments tang_ram.01 Georgoussis 01 Clients ASKLIPIOU-24-Poster-web the_cell.01 paris_loft.04 choraface_cover.02 charvet.004 Contact clubmedbelfort-45 tanners.03 a_e.01 Resurface poster pavlopoulos.01 showreel.01 la_vache_qui_rit.01 herme_atelier.01 DSC_1346 goode_loft.03 CORPORATE-still general_electric_11 mezzanine.01 paris.006 ALSTOM-BELFORT-2010-34 Guide-d'architecture-1 48_bar.04 antiqua.03 vogue.01 GERDA-4 Resurface poster
February 6, 2012

Κάναμε τον κύκλο μας…

Γνώρισα τον Θόδωρο Αγγελόπουλο το 1996. Ήμουν εικοσιενός και σπούδαζα ήδη κινηματογράφο στο Παρίσι.

Ήταν ένα βαρύ πρωινό του Σεπτέμβρη, απ΄αυτά που σκέφτεσαι ότι κάτι θα συμβεί, ένας σεισμός, μια μπόρα… Η ζέστη και η υγρασία ήταν τρομερή κι ο ουρανός γκρίζος αλλά προς το κίτρινο, αρρωστημένος, όπως συμβαίνει μερικές φορές στην Αθήνα. Τα κτίρια γύρω από την πλατεία Εξαρχείων είχαν ντυθεί με ώχρα, σαν να τα έχεις φωτίσει με προβολέα στον οποίο έχεις βάλει ρυζόχαρτο και κίτρινη ζελατίνα.

Την προηγούμενη μέρα ήμουν σε μια πρεμιέρα με μια φίλη της μάνας μου. Μια εξαντρίκ καλοδιατηρημένη πενηντάρα όλο νάζι που με γνωρίζει από μωρό. Φορούσε μια γούνα, παρ΄όλη τη ζέστη, είχε έντονο βάψιμο και πολύ μακριά βαμμένα κόκκινα νύχια.

Πέρασα να την πάρω από το σπίτι της με τη βέσπα. Ενθουσιάστηκε και καβάλησε στο πλάι όπως καθόντουσαν παλιά οι γυναίκες στα μηχανάκια. Βγαίνοντας απ΄την αίθουσα ανταλλάξαμε απόψεις και κάναμε κριτική για την ταινία, έπαιζε η Θέμις Μπαζάκα θυμάμαι.

Γύρω από ένα ποτό αρχίσαμε να μιλάμε γενικά για τον Ελληνικό κινηματογράφο μέχρι που φτάσαμε στον Αγγελόπουλο. Της είπα πόσο μου αρέσει ο κινηματογράφος του και πόσο θα ήθελα να τον γνωρίσω προσωπικά. Εκείνη μου είπε ότι τον ξέρει πολύ καλά, ότι είναι χρόνια φίλοι, ότι έχει το τηλέφωνο του στην ατζέντα της και ότι αν το θέλω μπορώ να το γράψω. Έτρεξα στο μπαρ, ζήτησα στυλό και το έγραψα στο χέρι μου για να μη το χάσω.

Την επόμενη μέρα το πρωί πετάχτηκα απ΄το κρεβάτι, ήπια καφέ και πήρα τηλέφωνο. Το σήκωσε ο ίδιος. Ήταν πολύ φιλικός και με την ήρεμη και ζεστή φωνή του μου είπε: “Μπορείς να περάσεις θα είμαι εδώ μέχρι το απόγευμα.”, τον ευχαρίστησα, του είπα: “Θα είμαι εκεί σε μισή ώρα”, έκλεισα το τηλέφωνο, και κατηφόρισα τη Δερβενίων προς την πλατεία Εξαρχείων.

Οι δρόμοι ήταν άδειοι και το χρώμα του ουρανού έκανε την ατμόσφαιρα πολύ μυστήρια. Περπάτησα ένα μισάωρο χαζεύοντας, πήρα τσιγάρα στην πλατεία και έφτασα στην οδό Σολωμού, μπροστά στο κτίριο που είναι το γραφείο του. Άναψα ένα τσιγάρο και ακολουθώντας με τα μάτια τον πυκνό καπνό του Καρέλια προς τα πάνω, ένιωσα μερικές σταγόνες στο πρόσωπο. Ο μοναδικός άνθρωπος που περνούσε από εκεί  άνοιξε μια μικρή μαύρη ομπρέλα και ένας σκύλος που κοιμόταν στο πεζοδρόμιο άρχισε να γαβγίζει. Πέταξα το τσιγάρο, χτύπησα το κουδούνι, μου άνοιξε ο Αγγελόπουλος και πριν καλά καλά γνωριστούμε τον τράβηξα έξω να του δείξω τη σκηνή. Το τοπίο είχε γίνει κατακίτρινο, ο σκύλος στη μέση του δρόμου γάβγιζε με μανία και καθώς ο άνθρωπος με την ομπρέλα απομακρυνόταν, η βροχή δυνάμωνε και χτυπούσε με ρυθμό στα ελενίτ και τις σκεπές. Μείναμε περίπου ένα λεπτό κοιτάζοντας την ομπρέλα να απομακρύνεται, ύστερα μου χαμογέλασε και είπε: “Έλα μέσα, θα βραχούμε”.

Το γραφείο του είχε πάρει πατίνα, γεγονός που του έδινε φοβερή ατμόσφαιρα. Μύριζε σέλουλοιντ, ήταν σκοτεινό και πρέπει να είχε να βαφτεί πολλά χρόνια. Πάνω στο γραφείο του στοίβες τα χαρτιά και γύρω γύρω μπομπίνες. Από πίσω του, ένα μεγάλο παράθυρο που έδινε στη Σολωμού, εκείνος κάθισε στην καρέκλα του στο ημίφως και εγώ απέναντί του. Πλάι στο δεξί μου πόδι, στο πάτωμα, μια στοίβα από μπομπίνες η μια πάνω στην άλλη κλεισμένες με χαρτοτέιπ. Στο χαρτοτέιπ της μπομπίνας που ήταν πάνω πάνω έγραφε με μαύρο μαρκαδόρο: “Το βλέμμα του Οδυσσέα”. Όπου και να γύριζα το κεφάλι μου υπήρχαν μπομπίνες με τίτλους ταινιών του.

Αρχίσαμε να συζητάμε. Μιλήσαμε για το Παρίσι, για την Ελλάδα, για τον κινηματογράφο, για ταινίες και σκηνοθέτες που δεν είχα ξανακούσει, για σχολές κινηματογράφου. Ήξερε ακόμα και κάποιους από τους καθηγητές μου. Είχε φοβερές γνώσεις, μου έδωσε πολλές συμβουλές και τον άκουγα σαν δάσκαλο. Του έκανα εκατοντάδες ερωτήσεις κι εκείνος απαντούσε σε όλες με μεγάλη προθυμία. Του διηγήθηκα μια μικρού μήκους που είχα γράψει τότε. Τόλμησα ακόμα και να του ζητήσω να με πάρει βοηθό του σε κάποια ταινία του, κι εκείνος μου απάντησε με αυτοσαρκασμό: “Ευχαρίστως, αλλά δεν νομίζω ότι είναι καλή ιδέα, είμαι δύσκολος λένε, άσε που οι περισσότεροι έχουν κόμπλεξ μετά και δεν καταφέρνουν να κάνουν δική τους ταινία” και χαμογέλασε. Εκείνη τη μέρα διαπίστωσα πως ότι είχα ακούσει για τον χαρακτήρα του Αγγελόπουλου, δεν ήταν αλήθεια. Ήταν ένας άνθρωπος με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, με ελεύθερη σχεδόν εφηβική σκέψη, ένας άνθρωπος που ξέρει να ακούει τους άλλους.

Μιλήσαμε, γελάσαμε και χωρίς να το καταλάβω είχαν περάσει τέσσερις ώρες και ακόμα συζητούσαμε.

Την επόμενη μέρα έφευγε στην Ιαπωνία για να μιλήσει σε κάποιο πανεπιστήμιο κι εγώ επέστρεφα στη Γαλλία. Σηκώθηκα, με πήγε μέχρι την είσοδο και μου είπε: “Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα, να με παίρνεις τηλέφωνο όταν έρχεσαι στην Ελλάδα”. Όταν βγήκα έξω ήμουν καμαρωτός σαν κοκόρι που βγαίνει στην αυλή. Γνώρισα το Θόδωρο Αγγελόπουλο, σκέφτηκα περήφανος..

Ξανασυναντηθήκαμε τυχαία δυο τρεις φορές κι άλλες τόσες μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Τον πήρα τηλέφωνο να τον καλέσω και στην προβολή “Ανάδυση”, το ντοκιμαντέρ που κάναμε με την Έμιλυ το 2008, αλλά δυστυχώς ήταν εκτός Αθήνας, “Πολύ λυπάμαι που δεν μπορώ να είμαι εκεί”, μου είπε και εγώ “Δεν πειράζει μια άλλη φορά”. Δεν τον ξαναείδα ποτέ.

Μεγάλωσα, τελείωσα τις σπουδές μου έφτιαξα μια εταιρεία παραγωγής και κάνω ντοκιμαντέρ. Δεν έτυχε τελικά να δουλέψω σε κάποια ταινία του, όμως δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτά που είπαμε εκείνη τη μέρα ούτε και τον τρόπο με τον οποίο με αντιμετώπισε. Καμία στιγμή δεν προσπάθησε να μου κόψει τα πόδια, μου φέρθηκε σαν να ήμουν ήδη κινηματογραφιστής, με συμβούλεψε και μου διέθεσε το χρόνο του.

Γράφω την εμπειρία μου, για να τιμήσω έναν μεγάλο κινηματογραφιστή, έναν  δάσκαλο, έναν σπουδαίο Έλληνα που με τις ταινίες του βραβεύτηκε σε όλο τον κόσμο και συνεργάστηκε με μεγάλους καλλιτέχνες (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Μπρούνο Γκάνς, Χάρβει Καϊτέλ, Γουίλεμ Νταφόε, Τονίνο Γκουέρα, Θανάσης Βέγγος, Ηλίας Λογοθέτης, Ελένη Καραϊνδρου, Γιώργος Αρβανίτης είναι μόνο μερικοί από αυτούς). Γράφω για να εκφράσω τη λύπη και τη στεναχώρια μου για το χαμό ενός καλλιτέχνη που μας αφήνει πιο φτωχούς σε μια εποχή που λείπουν τέτοιοι δημιουργοί και τέτοια έργα. Τέλος γράφω για να εκφράσω την αγάπη μου για τον ίδιο και το έργο του.

Το έργο που αφήνει πίσω του, μελετήθηκε, αγαπήθηκε, μισήθηκε αλλά δεν άφησε αδιάφορους. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος κατάφερε να φτιάξει ένα μοναδικό, ποιητικό, και ολοκληρωμένο σύμπαν με τις ταινίες του όπως λίγοι σκηνοθέτες έχουν καταφέρει. Ήξερε την ιστορία του τόπου του και για μένα οι ταινίες του ήταν διορατικές. Προσωπικά ανακάλυψα μια άλλη Ελλάδα μέσα από της ταινίες του.

Θα θυμάμαι για πάντα σκηνές μοναδικές που με σημάδεψαν, που με άφησαν άφωνο, που με συγκίνησαν. Τον επιτάφιο του Λένιν στο ποτάμι, το ζευγάρι που παντρεύεται ο γαμπρός στη μια όχθη του ποταμού και η νύφη στην άλλη, το τεράστιο χέρι που αναδύεται από τη θάλασσα και αιωρείται πάνω από τη Θεσσαλονίκη, τον Χάρβει Καϊτέλ που τον σώζει η ομίχλη από το θάνατο, ένα μαγικό τράβελινγκ κατά τη διάρκεια του οποίου διανύουμε είκοσι χρόνια, το Σολωμό να αγοράζει λέξεις, τα χιονισμένα τοπία, τα πέτρινα σπίτια, τους ανθρώπους να κρέμονται σαν τσαμπιά πάνω σε συρματοπλέγματα στα σύνορα, τους Last Drive να παίζουν σε ένα μπαρ, τους ποδηλάτες με τα κίτρινα αδιάβροχα ή τον Θανάση Βέγγο να λέει ” Ξέρεις κάτι, η Ελλάδα πεθαίνει, πεθαίνουμε σαν λαός … κάναμε τον κύκλο μας … δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα … και πεθαίνουμε. Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα, να πεθάνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο … “

 

Αλέξανδρος Παπανικολάου

 

Landscape_in_the_Mist